δειπνολόχος

δειπνο-λόχος, η, ον,
A laying traps, fishing for invitations to dinner, parasitic, Hes.Op.704.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δειπνολόχος — δειπνολόχος, η, ον) (Α) ο δειπνοθήρας, ο παράσιτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < δείπνον + λοχος < λόχος (πρβλ. νυκτιλόχος, φρυνολόχος)] …   Dictionary of Greek

  • δειπνολόχος — laying traps masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειπνολόχον — δειπνολόχος laying traps masc acc sg δειπνολόχος laying traps neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειπνολόχη — δειπνολόχος laying traps fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειπνολόχην — δειπνολόχος laying traps fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειπνολόχης — δειπνολόχος laying traps fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειπνολόχοι — δειπνολόχος laying traps masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειπνολόχου — δειπνολόχος laying traps masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειπνολόχῳ — δειπνολόχος laying traps masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δείπνο — το και δείπνος, ο (AM δεῑπνον, το και δεῑπνος, ο) 1. το βραδινό φαγητό («κι ανέγνοιος εκοιμούντονε, το δείπνο να χωνέψει» «ἔχουσι γεῡμα θλιβερόν, δεῑπνον ὀνειδισμένον» «χωρεῑν ἐπὶ δεῑπνον») 2. η ώρα τού βραδινού φαγητού (α. «θα γυρίσουμε κατά το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.